Η ασφάλιση μιας επιχείρησης franchise συχνά αντιμετωπίζεται ως μία ακόμη διαδικασία που πρέπει να ολοκληρωθεί πριν ανοίξει το κατάστημα. Στην πραγματικότητα, αποτελεί βασικό μέρος της προστασίας της επένδυσης.
Η ένταξη σε ένα οργανωμένο δίκτυο προσφέρει αναγνωρισιμότητα, τεχνογνωσία και επιχειρηματική υποστήριξη. Δεν προστατεύει όμως τη μονάδα από μια πυρκαγιά, μια σοβαρή βλάβη, ένα ατύχημα πελάτη ή μια διακοπή λειτουργίας που μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες.
Για αυτό, η ασφάλιση franchise δεν πρέπει να επιλέγεται τυπικά ή αποκλειστικά με βάση το χαμηλότερο κόστος. Χρειάζεται να ανταποκρίνεται στους πραγματικούς κινδύνους της επιχείρησης και στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει ο franchisee.
Ο franchisee λειτουργεί τη δική του, νομικά και οικονομικά ανεξάρτητη επιχείρηση. Κατά κανόνα, επομένως, είναι υπεύθυνος για την ασφάλιση του χώρου, του εξοπλισμού, του προσωπικού και της δραστηριότητάς του.
Ο franchisor μπορεί να θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως ελάχιστες καλύψεις, όρια αποζημίωσης ή υποχρέωση προσκόμισης ασφαλιστηρίου πριν από την έναρξη λειτουργίας. Σε ορισμένα δίκτυα μπορεί ακόμη να υπάρχει προτεινόμενο ομαδικό πρόγραμμα ή συνεργασία με συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το ασφαλιστήριο της μητρικής εταιρείας καλύπτει αυτομάτως και τα καταστήματα των συνεργατών. Οι σχετικές υποχρεώσεις πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά στη σύμβαση franchise, πριν από την υπογραφή της.
Δεν υπάρχει ένα ενιαίο ασφαλιστήριο που να είναι υποχρεωτικό για κάθε επιχείρηση franchise. Οι απαιτήσεις διαφοροποιούνται ανάλογα με τον κλάδο, το μέγεθος της μονάδας, τις άδειες λειτουργίας, την ύπαρξη εργαζομένων ή οχημάτων και τους όρους της σύμβασης.
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική νομοθετική πρόβλεψη που αφορά μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Από την 1η Ιουνίου 2025, οι επιχειρήσεις με ετήσια ακαθάριστα έσοδα άνω των 500.000 ευρώ υποχρεούνται να ασφαλίζονται έναντι δασικής πυρκαγιάς, πλημμύρας και σεισμού. Η κάλυψη πρέπει να αφορά τουλάχιστον το 70% της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που προβλέπει η σχετική νομοθεσία, όπως οι ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, ο εξοπλισμός, τα εμπορεύματα και τα μέσα παραγωγής. Περισσότερες πληροφορίες περιλαμβάνονται στον Ν. 5162/2024.
Οι ειδικές ασφαλιστικές απαιτήσεις κάθε επιχείρησης πρέπει πάντως να επιβεβαιώνονται από ασφαλιστικό και νομικό σύμβουλο, καθώς μπορεί να διαφοροποιούνται ανά δραστηριότητα.
Η πρώτη βασική κατηγορία αφορά τις υλικές ζημιές στον επαγγελματικό χώρο. Το ασφαλιστήριο μπορεί να καλύπτει, ανάλογα με τους όρους του, περιστατικά όπως πυρκαγιά, πλημμύρα, σεισμό, έκρηξη, θραύση σωληνώσεων, κλοπή ή βανδαλισμό.
Σημασία έχει να καταγράφεται με σαφήνεια τι ακριβώς ασφαλίζεται. Σε ένα franchise, εκτός από το ακίνητο, μπορεί να έχουν σημαντική αξία η διαμόρφωση του καταστήματος, ο ειδικός εξοπλισμός, τα έπιπλα, οι ηλεκτρονικές εγκαταστάσεις και το εμπόρευμα.
Η ασφαλιζόμενη αξία δεν πρέπει να υπολογίζεται πρόχειρα. Αν δηλωθεί ποσό χαμηλότερο από το πραγματικό κόστος αντικατάστασης, υπάρχει κίνδυνος η αποζημίωση να μην επαρκεί για την επαναλειτουργία της μονάδας.
Ένα φαινομενικά απλό περιστατικό μπορεί να οδηγήσει σε απαίτηση αποζημίωσης. Ένας πελάτης μπορεί να γλιστρήσει μέσα στο κατάστημα, ένα αντικείμενο να προκαλέσει τραυματισμό ή μια εγκατάσταση να δημιουργήσει ζημιά σε γειτονικό ακίνητο.
Η γενική αστική ευθύνη μπορεί να καλύψει, μέσα στα συμφωνημένα όρια, απαιτήσεις τρίτων για σωματικές βλάβες ή υλικές ζημιές. Η ανάγκη της είναι ιδιαίτερα αυξημένη σε καταστήματα με μεγάλη καθημερινή προσέλευση κοινού.
Δεν αρκεί, όμως, να αναγράφεται απλώς ο όρος «αστική ευθύνη». Πρέπει να εξετάζονται τα όρια αποζημίωσης, οι απαλλαγές και οι περιπτώσεις που εξαιρούνται.
Μια σοβαρή ζημιά δεν προκαλεί μόνο έξοδα επισκευής. Μπορεί να αναγκάσει την επιχείρηση να παραμείνει κλειστή για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ τα σταθερά έξοδα συνεχίζουν να τρέχουν.
Το ενοίκιο, η μισθοδοσία, οι λογαριασμοί, οι δόσεις και άλλες συμβατικές υποχρεώσεις δεν σταματούν επειδή το κατάστημα δεν λειτουργεί. Για αυτό έχει σημασία η κάλυψη διακοπής εργασιών ή απώλειας κερδών.
Η συγκεκριμένη ασφάλιση μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να καλύψει μέρος της οικονομικής απώλειας για ένα συμφωνημένο χρονικό διάστημα. Χρειάζεται όμως να εξετάζεται ποια γεγονότα ενεργοποιούν την κάλυψη και πόσος χρόνος υπολογίζεται ότι θα απαιτηθεί για την πραγματική επαναλειτουργία της μονάδας.
Όταν μια μονάδα franchise απασχολεί προσωπικό, πρέπει να εξετάζεται και η εργοδοτική ευθύνη για περιστατικά που συνδέονται με την εργασία.
Η κάλυψη αυτή δεν αντικαθιστά τις ασφαλιστικές και εργασιακές υποχρεώσεις της επιχείρησης. Μπορεί όμως να λειτουργήσει συμπληρωματικά σε περίπτωση απαίτησης που στρέφεται εναντίον του εργοδότη μετά από εργατικό ατύχημα.
Οι πραγματικές ανάγκες εξαρτώνται από τη δραστηριότητα. Άλλο επίπεδο κινδύνου έχει ένα γραφείο υπηρεσιών και διαφορετικό μια κουζίνα, μια αποθήκη ή ένας χώρος με μηχανήματα.
Στα franchise εστίασης, τροφίμων, καλλυντικών και λιανικής έχει ιδιαίτερη σημασία η αστική ευθύνη προϊόντος. Ένα ακατάλληλο ή ελαττωματικό προϊόν μπορεί να προκαλέσει τροφική δηλητηρίαση, αλλεργική αντίδραση ή τραυματισμό.
Σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να εξεταστεί ποιος φέρει την ευθύνη: ο franchisee, ο προμηθευτής, ο παραγωγός, ο franchisor ή περισσότερες από μία πλευρές. Η απάντηση εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά, τις συμβάσεις και τη νομοθεσία.
Αντίστοιχα, στα franchise υπηρεσιών μπορεί να χρειάζεται κάλυψη επαγγελματικής ευθύνης. Αυτή αφορά απαιτήσεις που προκύπτουν από λάθος, παράλειψη ή πλημμελή παροχή μιας υπηρεσίας και συναντάται συχνότερα σε δραστηριότητες εκπαίδευσης, συμβουλευτικής, υγείας, αισθητικής ή τεχνικών υπηρεσιών.
Ακόμη και μια μικρή μονάδα μπορεί να διαχειρίζεται στοιχεία πελατών, ηλεκτρονικές πληρωμές, online παραγγελίες και πρόσβαση στα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα του δικτύου.
Μια κυβερνοεπίθεση μπορεί να διακόψει τη λειτουργία της επιχείρησης, να προκαλέσει απώλεια δεδομένων και να δημιουργήσει σημαντικά έξοδα αποκατάστασης. Αν έχουν εκτεθεί προσωπικά δεδομένα, μπορεί να απαιτηθεί και ειδική διαχείριση του περιστατικού.
Η κυβερνοασφάλιση δεν αντικαθιστά τα τεχνικά μέτρα ασφάλειας ούτε τις υποχρεώσεις του GDPR. Μπορεί όμως να προσφέρει πρόσθετη οικονομική προστασία, ιδιαίτερα όταν μεγάλο μέρος της λειτουργίας εξαρτάται από ψηφιακά συστήματα.
Δεν χρειάζεται ένα φροντιστήριο το ίδιο ασφαλιστήριο με ένα κατάστημα εστίασης. Σε μια επιχείρηση τροφίμων μπορεί να είναι σημαντική η κάλυψη αλλοίωσης προϊόντων λόγω βλάβης ψυγείου. Σε ένα κατάστημα λιανικής μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία η κλοπή εμπορευμάτων. Σε μια τεχνική ή συμβουλευτική δραστηριότητα μπορεί να είναι ουσιαστικότερη η επαγγελματική ευθύνη.
Ανάλογα με το μοντέλο λειτουργίας, μπορεί επίσης να εξεταστεί η κάλυψη μηχανικών βλαβών, μεταφοράς χρημάτων, θραύσης κρυστάλλων, νομικής προστασίας ή επαγγελματικών οχημάτων.
Η σωστή επιλογή δεν προκύπτει από έναν έτοιμο κατάλογο. Προκύπτει από τη μελέτη της συγκεκριμένης επιχείρησης.
Πριν επιλεγεί ένα ασφαλιστήριο, πρέπει να ελεγχθούν οι ασφαλιστικές απαιτήσεις της σύμβασης franchise, η πραγματική αξία του εξοπλισμού και του αποθέματος, τα όρια αποζημίωσης, οι απαλλαγές και οι εξαιρέσεις.
Εξίσου σημαντικό είναι να υπολογιστεί πόσο διάστημα θα μπορούσε να αντέξει οικονομικά η επιχείρηση αν παρέμενε κλειστή. Ένα συμβόλαιο μπορεί να καλύπτει την επισκευή μιας ζημιάς, αλλά να μην καλύπτει την απώλεια εισοδήματος που δημιουργείται στο μεταξύ.
Αν η επιχείρηση ανακαινιστεί, αγοράσει νέο εξοπλισμό ή αυξήσει σημαντικά το απόθεμά της, το ασφαλιστήριο πρέπει να επανεξεταστεί. Διαφορετικά, οι καλύψεις μπορεί να μην ανταποκρίνονται πλέον στην πραγματική της αξία.
Η σύγκριση ασφαλιστικών προγραμμάτων δεν πρέπει να γίνεται μόνο με βάση το ετήσιο ασφάλιστρο. Ένα οικονομικότερο συμβόλαιο μπορεί να προβλέπει μεγαλύτερες απαλλαγές, χαμηλότερα όρια ή περισσότερες εξαιρέσεις.
Πριν από την επιλογή, χρειάζεται να είναι ξεκάθαρο τι καλύπτεται, μέχρι ποιο ποσό και κάτω από ποιες προϋποθέσεις. Ακόμη και όροι όπως «πυρκαγιά» ή «φυσικά φαινόμενα» δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι περιλαμβάνονται αυτομάτως ο σεισμός, η πλημμύρα και κάθε ακραίο καιρικό γεγονός.
Η ασφάλιση franchise δεν εξαλείφει τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Μπορεί όμως να προστατεύσει την επένδυση από ένα γεγονός που διαφορετικά θα δημιουργούσε σοβαρή οικονομική πίεση ή ακόμη και αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας.
Για αυτό πρέπει να εξετάζεται μαζί με το συνολικό κόστος επένδυσης, τη σύμβαση, τις λειτουργικές υποχρεώσεις και το διαθέσιμο κεφάλαιο κίνησης. Δεν είναι μια τυπική δαπάνη που προστίθεται στο τέλος, αλλά μέρος του συνολικού σχεδιασμού της επιχείρησης.
Εάν εξετάζετε την ένταξή σας σε ένα δίκτυο και χρειάζεστε υποστήριξη για την αξιολόγηση της επιχειρηματικής πρότασης, μπορείτε να επικοινωνήσετε με τους συμβούλους της THE WAY. Η σωστή προετοιμασία πριν από την υπογραφή σάς βοηθά να γνωρίζετε όχι μόνο πόσα θα επενδύσετε, αλλά και ποιους κινδύνους θα αναλάβετε.
Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί ασφαλιστική ή νομική συμβουλή. Οι κατάλληλες καλύψεις και οι ισχύουσες υποχρεώσεις πρέπει να επιβεβαιώνονται από εξειδικευμένο ασφαλιστικό και νομικό σύμβουλο.
Δεν υπάρχει ένα κοινό υποχρεωτικό ασφαλιστήριο για όλα τα franchise. Οι απαιτήσεις εξαρτώνται από τον κλάδο, το μέγεθος της επιχείρησης, τη νομοθεσία και τους όρους της σύμβασης franchise. Επιχειρήσεις με ετήσια ακαθάριστα έσοδα άνω των 500.000 ευρώ υποχρεούνται να διαθέτουν συγκεκριμένη κάλυψη έναντι φυσικών καταστροφών.
Κατά κανόνα, όχι. Ο franchisee λειτουργεί ανεξάρτητη επιχείρηση και πρέπει να διαθέτει δικό του ασφαλιστήριο. Ο franchisor μπορεί να καθορίζει ελάχιστες καλύψεις ή να προτείνει συγκεκριμένο ασφαλιστικό πρόγραμμα.
Συνήθως εξετάζονται η προστασία του χώρου, του εξοπλισμού και των εμπορευμάτων, η αστική και εργοδοτική ευθύνη και η κάλυψη διακοπής εργασιών. Ανάλογα με τη δραστηριότητα, μπορεί να χρειάζεται και αστική ευθύνη προϊόντος, επαγγελματική ευθύνη ή κυβερνοασφάλιση.
Μπορεί να καλύψει μέρος της απώλειας εισοδήματος και ορισμένων σταθερών εξόδων, όταν η επιχείρηση αναγκάζεται να διακόψει τη λειτουργία της λόγω ασφαλιζόμενης ζημιάς. Οι προϋποθέσεις και η χρονική διάρκεια της αποζημίωσης καθορίζονται από το συμβόλαιο.
Το κόστος επηρεάζεται από τον κλάδο, την τοποθεσία, το μέγεθος του χώρου, την αξία του εξοπλισμού και των εμπορευμάτων, τον αριθμό των εργαζομένων και τα επιλεγμένα όρια αποζημίωσης. Σημαντικό ρόλο έχουν επίσης οι απαλλαγές και το ιστορικό ζημιών.
Το ασφαλιστήριο είναι καλό να ελέγχεται τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, αλλά και μετά από ανακαίνιση, αγορά νέου εξοπλισμού, αύξηση αποθέματος ή αλλαγή δραστηριότητας. Έτσι περιορίζεται ο κίνδυνος οι καλύψεις να μην ανταποκρίνονται πλέον στην πραγματική αξία της επιχείρησης.